Λίνος

Αρχαίο λαϊκό άσμα, συνήθως πένθιμο, με την ονομασία του οποίου πλάστηκε και η μορφή του όμορφου νέου που πέθανε πρόωρα (Λίνος), προς τιμήν του οποίου ψαλλόταν. Βλ. λ. Λίνος· Αίλινος ή Οιτόλινος.
* * *
Λίνος, ὁ (Α)
1. ονομασία μυθικού αοιδού, γιου τού Απόλλωνος και τής Καλλιόπης
2. (ως προσηγορικό) ὁ λίνος
η ωδή τού Λίνου, λαϊκό θρησκευτικό άσμα που συντέθηκε από τον Λίνο ή αναφέρεται στον Λίνο («λίνον δ' ὑπὸ καλὸν ἄειδεν λεπταλέῃ φωνῇ», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ. ανατολικής προελεύσεως. Με τη σημ. «άσμα» είναι πιθ. να αντιστοιχεί με το λίνον* «λινάρι», ενώ ως κύριο όν. (Λίνος) θεωρείται αιγυπτ. λ. Τόσο με τη μία σημ. όσο και με την άλλη, ο τ. έχει στενή σχέση με τη λ. αἴλινος «θρηνητικό άσμα», παραμένει αβέβαιη όμως η σχέση παραγωγής αυτών τών λ. Κατά μία άποψη, ο τ. αἴλινος παράγει το Λίνος, ενώ, κατ' άλλους, ο τ. λίνος είναι που δίδει το αἴλινος, το οποίο μάλιστα συνδέεται πιθ. με φοινικ. ij Alijan «θρησκευτικό άσμα στον θεό τής βλάστησης Alijan»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Λίνος — the song masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίνος — Αρχαίο λαϊκό άσμα, συνήθως πένθιμο, με την ονομασία του οποίου πλάστηκε και η μορφή του όμορφου νέου που πέθανε πρόωρα (Λίνος), προς τιμήν του οποίου ψαλλόταν. Βλ. λ. Λίνος· Αίλινος ή Οιτόλινος. * * * λίνος και λῑνος, ὁ (ΑM) το λίνο αρχ. 1. (κατά …   Dictionary of Greek

  • λινός — Αρχαίο λαϊκό άσμα, συνήθως πένθιμο, με την ονομασία του οποίου πλάστηκε και η μορφή του όμορφου νέου που πέθανε πρόωρα (Λίνος), προς τιμήν του οποίου ψαλλόταν. Βλ. λ. Λίνος· Αίλινος ή Οιτόλινος. * * * ή, ό (Μ λινός, ή, όν) 1. κατασκευασμένος,… …   Dictionary of Greek

  • λινός — [линос] εκ. льняной, полотняный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • λινός — ή, ό αυτός που είναι φτιαγμένος από λινάρι: Τα λινάρούχα σιδερώνονται δύσκολα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πολίτης, Λίνος — (1906 – 1981). Φιλόλογος, συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Σπούδασε φιλολογία στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστήμιου της Αθήνας και μετεκπαιδεύτηκε στα πανεπιστήμια Βερολίνου, Μονάχου και Παρισιού. Διετέλεσε επιμελητής χειρογράφων της Εθνικής… …   Dictionary of Greek

  • Καρζής, Λίνος — (1897 – 1978). Λογοτέχνης και σκηνοθέτης του θεάτρου. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ιστορία της λογοτεχνίας στη Σορβόνη. Το 1931 ίδρυσε τον Θυμελικό θίασο, στον οποίο ήταν διευθυντής, σκηνοθέτης και χορογράφος και με τον οποίο… …   Dictionary of Greek

  • Λίνω — Λίνος the song masc nom/voc/acc dual Λίνος the song masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Лин в мифологии — (Λίνος) по одному древнегреческому сказанию, сын Аполлона и аргивской царевны Псамафы, по другому сын Амфимара и Урания, величайший знаток музыки; за то, что он дерзнул поставить себя рядом с Аполлоном в этом искусстве, бог убил его. В честь его… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Лин, древнегреч. знаток музыки — (Λίνος) по одному древне греч. сказанию, сын Аполлона и аргивской царевны Псамафы, по другому сын Амфимара и Урания, величайший знаток музыки; за то, что он дерзнул поставить себя рядом с Аполлоном в этом искусстве, бог убил его. В честь его были …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.